ζυγοτρυτάνη Save ζυγοτρυτάνη, balance LSJ Pape ζῠγο-τρῡτάνη [ᾰ], ἡ, balance, Phot. s.v. ζυγός. ζυγοτρυτάνη, ἡ, Wage, VLL als Erkl. von ζυγός.