Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ζυμοειδής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ζυγοστάτησις
ζυγόταυρον
ζυγοτράχηλον
ζυγοτρυτάνη
ζυγουλκός
ζυγόφι(ν)
ζυγόφιν
ζυγοφορέομαι
ζυγοφορέω
ζυγοφόρος
ζυγόω
ζύγρα
ζυγωγόν
ζυγώδης
ζυγωθρίζω
ζύγωθρον
ζύγωμα
ζύγωσις
ζυγωτά
ζυγωτός
ζύθιον
ζυθοπώλης
ζῦθος
ζύθος
ζύμη
ζυμήεις
ζυμίζω
ζυμίτης
ζυμίτης ἄρτος
ζυμίωσις
ζυμοειδής
ζυμουργός
ζυμόω
ζυμώδης
ζύμωμα
ζύμωσις
ζυμωτικός
ζυμωτός
ζυτᾶς
ζυτηρά
ζυτοποιέω
ζυτοποιΐα
ζυτοποιός
ζυτοπώλιον
ζυτόπωλις
ζῦτος
ζυτουργεῖον
ζῶ
ζωά
ζωαγρία
ζωάγρια
ζωάγριον
ζωάγριος
ζωαλκής
ζῳάριον
ζωάρκεια
ζωαρκής
ζωαρκία
ζῳαρχία
ζωαρχικός
ζῴαρχος
…
ζυμοειδής
Save
LSJ
ζῡμοειδής, ές,
= ζυμώδης, Sch.
Orib.
4 p.526 D.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}