ζυγώδης Save LSJ Bailly 2024 ζῠγ-ώδης, ες, f.l. for ζυγάδην (wh. is restored fr. Lyd. Mens. 2.12), Ph. 1.22. ζυγώδης, ης, ες [ῠ] c. ζυγοειδής, Phil. 1, 22. Étym. ζυγόν, -ωδης.