ζύγιον
ζῠγ-ιον, τό,
- = ζυγόν III.1, ὑπὸ τὰ ζ. Callix. 1, cf. Aq., Sm. Pr. 11.1.
ζύγιον, ου (τὸ) [ῠ] balance, Aqu. Prov. 11, 1.
Étym. dim. de ζυγόν.
ζύγιον, τό, kleine Wage, Sp.