θανατιάω
θᾰνᾰτ-ιάω,
- = θανατάω II, Luc. Peregr. 32, S.E. M. 9.153.
θανατιάω-ῶ [ᾰνᾰ] avoir envie de mourir, Luc. Per. 32 ; Sext. 424, 16 Bkk.
Étym. θάνατος.
θανατιάω, = θανατάω, Suid. u. bei Luc. a.a.O. v.l. , θανατιῶσα γραῦς Sext.Emp. adv.phys. 1.153.
θανατιάω
θᾰνᾰτιάω,
= θανατάω, Luc.