θανατοφόρος
θᾰνᾰτοφόρος, ον,
- = θανατηφόρος, πάθη A. Ag. 1176 (lyr.).
θανατο·φόρος, ος, ον [ᾰᾰ] c. θανατηφόρος, Eschl. Ag. 1176.
θανατοφόρος, = θανατηφόρος, Aesch. Ag. 1149.
θανατοφόρος
θᾰνᾰτο-φόρος, ον
= θανατηφόρος, Aesch.