θαρσαλέως
θαρσαλέως, v. θαρραλέως.
θαρσαλέως
[adv. fr. θαρσαλέος.]
- 1
Boldly, confidently: ἀγόρευεν Od. 1.382 = Od. 18.411 = Od. 20.269. Cf. Od. 1.385.
- 2
Too boldly or confidently: ἀγορεύεις Od. 18.330 = 390.
- 1