θάργηλος
θάργηλος ἄρτος, ὁ,
- = θαλύσιος, Crates Gr. ap. Ath. 3.114a, dub. in IG 1(2).840; θάργηλος χύτρα prob. for θανατηγὸς χ. in Timocl. 7.
θάργηλος, ἄρτος, soviel wie θαλύσιος, Ath. III.114a. Davon τὰ Θαργήλια u. Θαργηλιών.