θαρσέω
θαρσέω, to be of good courage, take courage
- to be of good courage, τεθαρσήκασι λαοί Il. 9.420, etc.; ἄνευ νοῦ, σὺν νῷ, Pl. Men. 88b; in bad sense, to be over-bold, ὕβρει θ. Th. 2.65: μάτην θ. Pl. Tht. 189d:— Constr.:
- 1 abs., Il. l.c., etc.; θάρσει fear not! 4.184, A. Supp. 732, etc.; θαρσεῖτε ib. 600, 910; θάρσει, θυμέ Sopat. 14; θάρρει Ar. Pl. 328, al.:—in Epitaphs, θάρσει . . οὐδεὶς ἀθάνατος CIG 5200b (Ptolemais), etc.: part. in an adverb. sense, θαρσήσας μάλα εἰπέ with good courage, Il. 1.85, cf. A. Ch. 666; κόμπασον θαρσῶν Id. Ag. 1671, cf. Pr. 916, S. OC 491; θαρσέοντες πλούτου πέρι ἐρίζετε Hdt. 5.49; πῖθι θαρρῶν Alex. 232; λέγε τοίνυν θαρρῶν Pl. Phdr. 243e; θαρρῶν πλείονα ἔθυεν ἢ ὀκνῶν ηὔχετο X. Ages. 11.2; τὸ τεθαρρηκός confidence, Plu. Fab. 26; τὸ θαρροῦν τῆς ὄψεως Id. Cat.Mi. 44: in aor., pluck up courage, καὶ τότε δὴ θάρσησε Il. 1.92.
- 2 c. acc., θάρσει τόνδε γʼ ἄεθλον fear not about this contest, Od. 8.197; later, feel confidence against, have no fear of, πάντα Hdt. 7.50; θ. γέροντος χεῖρα E. Andr. 993, cf. S. OC 649; θάνατον Pl. Phd. 88b; τὸ τοιοῦτον σῶμα . . οἱ μὲν ἐχθροὶ θαρροῦσιν . . Id. Phdr. 239d; θ. τὸ ἀποκρίνασθαι Id. Euthd. 275c; οὔτε Φίλιππος ἐθάρρει τούτους οὔτε οὗτοι Φίλιππον D. 3.7; χωρίον Philostr. Her. 1.3: c. acc. cogn., ἠλίθιον θάρρος θ. Pl. Phd. 95c; αἰσχρὰ θάρρη θ. Id. Prt. 360b; ταὐτά τισι θ. καὶ φοβεῖσθαι X. HG 2.4.9; venture, θ. τὰς μάχας Id. An. 3.2.20:—Pass., to be risked, Philostr. Im. 1.17.
- b c. acc. pers., also, to have confidence in, τινα X. Cyr. 5.5.42, D.C. 51.11.
- c θ. τινί τι entrust to . ., Marin. Procl. 9.
- 3 c. dat., have confidence in, τεθαρσηκότες τοῖσι ὄρνισι Hdt. 3.76; ἑαυτῷ Plu. Adul. 2.69c (s.v.l.); τοῖς χρήμασι PGoodsp.Cair. 15.19 (iv A.D.).
- 4 with Preps., θ. περί . . to be confident about . ., S. Aj. 793, Pl. R. 574b; ὑπὲρ ἑαυτῶν ib. 566b; διά τι Isoc. 3.55; ἐπί τινι Id. 6.60; πρός τι Pl. Prt. 350b; πρὸς ἐμαυτόν in myself, Ar. Ec. 1060.
- 5 c. inf., believe confidently that . ., S. Ant. 668; also θ. ὅτι . . Th. 1.81, etc.; θ. τὸ ἐξελέγξειν D. 19.3.
- b c. inf., make bold, venture, X. Cyr. 8.8.6, Plu. Per. 22, Ant.Lib. 19.2.
- II trans., inspire with confidence, [λόγοι] οἵ με θαρσοῖεν J. AJ 19.1.9.
[θάρσος.]
3 pl. pf. τεθαρσήκασι Il. 9.420, 687.
- 1
To be of good heart or courage, of good cheer: θαρσῶν μάχεσθαι Il. 5.124, τεθαρσήκασι λαοί (are (now) of good heart) Il. 9.420 = 687.
In imp. θάρσει Il. 4.184, Il. 8.39 = Il. 22.183, Il. 10.383, Il. 15.254, Il. 18.463, Il. 24.171: Od. 2.372, Od. 4.825, Od. 8.197 (τόνδε γʼ ἄεθλον
, as touching this . . .), Od. 13.362 = Od. 16.436 = Od. 24.357, Od. 19.546, Od. 22.372. - 2
In aor., to take heart, pluck up courage: θαρσήσας εἰπέ Il. 1.85. Cf. Il. 1.92, Il. 20.338: Od. 3.76, 252.
- 1
- 1be confident ὄρθιον ὤρυσαι θαρσέων O. 9.110 τὸν δὲ θαρσήσαις ὧδʼ ἀμείφη (θαρρήσας v. l.) P. 4.101
- 1to be of good courage, take courage, Il., etc.:—in bad sense, to be over-bold, audacious, Thuc., Plat.; θάρσει, θαρσεῖτε, take courage! cheer up, Hom., etc.; θαρσήσας with good courage, Il.; so, θαρσῶν Hdt., Attic:—also, τὸ τεθαρρηκός confidence, Plut.
- 2c. acc., θάρσει τόνδε γʼ ἄεθλον take heart for this struggle, Od.; θ. θάνατον Plat.; θ. μάχην to venture a fight, Xen.:—c. acc. pers. to have confidence in, Xen.:—so also, θαρσεῖν τινι Hdt.
- 3c. inf. to believe confidently that, Soph.; also, to make bold or venture to do, Xen.
-
…ὅτι οὐ σχολὴ αὐτῷ ; ἀλλʼ ὠγαθέ, ἔφην ἐγώ, οὔτε παρὰ Καλλίαν ἥκομεν οὔτε σοφισταί ἐσμεν. ἀλλὰ θάρρει · Πρωταγόραν γάρ τοι δεόμενοι ἰδεῖν ἤλθομεν · εἰσάγγειλον οὖν. μόγις οὖν ποτε ἡμῖν ἅνθρωπος ἀνέῳξεν τὴν θύραν .…
Plato, Protagoras
-
…αὐτοῦ διατρίψωμεν ἕως ἂν φῶς γένηται · εἶτα ἴωμεν. καὶ γὰρ τὰ πολλὰ Πρωταγόρας ἔνδον διατρίβει, ὥστε, θάρρει, καταληψόμεθα αὐτόν, ὡς τὸ εἰκός, ἔνδον. μετὰ ταῦτα ἀναστάντες εἰς τὴν αὐλὴν περιῇμεν · καὶ ἐγὼ…
Plato, Protagoras
-
…ἄρα ἐχθρὸς ἔσται ὁ ἄδικος, ὦ Θρασύμαχε, ὁ δὲ δίκαιος φίλος. εὐωχοῦ τοῦ λόγου, ἔφη, θαρρῶν · οὐ γὰρ ἔγωγέ σοι ἐναντιώσομαι, ἵνα μὴ τοῖσδε ἀπέχθωμαι. ἴθι δή, ἦν δʼ ἐγώ, καὶ…
Plato, Republic
-
…μὲν οὖν ἐκέλευον βαδίζειν, ἐμὲ δὲ μεθʼ αὑτῶν ἀκολουθεῖν εἰς Δαμνίππου. Πείσων δὲ προσελθὼν σιγᾶν μοι παρεκελεύετο καὶ θαρρεῖν, ὡς ἥξων ἐκεῖσε. καταλαμβάνομεν δὲ αὐτόθι Θέογνιν ἑτέρους φυλάττοντα · ᾧ παραδόντες ἐμὲ πάλιν ᾤχοντο. ἐν τοιούτῳ…
Lysias, Speeches
-
…Ἀργείοις ὑποθησόμεθʼ ἥ τις ὀνήσει, ὡς μὴ πάντες ὄλωνται ὀδυσσαμένοιο τεοῖο. τὴν δʼ ἐπιμειδήσας προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς · θάρσει Τριτογένεια φίλον τέκος · οὔ νύ τι θυμῷ πρόφρονι μυθέομαι, ἐθέλω δέ τοι ἤπιος εἶναι. ὣς εἰπὼν ὑπʼ…
Homer, Iliad
-
…. τί γὰρ οὐκ ἐμοὶ ἔρχεται ἀγγελίας ἀπατώμενον ; ἀεὶ μὲν γὰρ ποθεῖ, ποθῶν δʼ οὐκ ἀξιοῖ φανῆναι. θάρσει μοι, θάρσει, τέκνον. ἔτι μέγας οὐρανῷ Ζεύς, ὃς ἐφορᾷ πάντα καὶ κρατύνει · ᾧ τὸν ὑπεραλγῆ…
Sophocles, Electra
-
…νῦν κατʼ οἴκους συνδέτους αἰκίζεται. δείξω δὲ καὶ σοὶ τήνδε περιφανῆ νόσον, ὡς πᾶσιν Ἀργείοισιν εἰσιδὼν θροῇς. θαρσῶν δὲ μίμνε μηδὲ συμφορὰν δέχου τὸν ἄνδρʼ · ἐγὼ γὰρ ὀμμάτων ἀποστρόφους αὐγὰς ἀπείρξω σὴν πρόσοψιν εἰσιδεῖν. οὗτος ,…
Sophocles, Ajax
-
…οὐκ ἐμοὶ ἔρχεται ἀγγελίας ἀπατώμενον ; ἀεὶ μὲν γὰρ ποθεῖ, ποθῶν δʼ οὐκ ἀξιοῖ φανῆναι. θάρσει μοι, θάρσει, τέκνον. ἔτι μέγας οὐρανῷ Ζεύς, ὃς ἐφορᾷ πάντα καὶ κρατύνει · ᾧ τὸν ὑπεραλγῆ χόλον νέμουσα μήθʼ…
Sophocles, Electra
-
…ἐκτροπὴν οὐδεὶς θεῶν δύναιτʼ ἂν αὐτῷ πλὴν ἐμοῦ δεῖξαι σαφῶς. ἐγὼ τάδʼ οἶδα χᾦ τρόπῳ. πρὸς ταῦτά νυν θαρσῶν καθήσθω τοῖς πεδαρσίοις κτύποις πιστός, τινάσσων τʼ ἐν χεροῖν πύρπνουν βέλος. οὐδὲν γὰρ αὐτῷ ταῦτʼ ἐπαρκέσει τὸ μὴ…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…ὄχλον Ἀθηναῖοι ὄντες Πελοποννησίων νεῶν ὑποχωρεῖν · τότε δὲ πρὸς τὴν παροῦσαν ὄψιν ὁρῶν αὐτοὺς ἀθυμοῦντας ἐβούλετο ὑπόμνησιν ποιήσασθαι τοῦ θαρσεῖν, καὶ ξυγκαλέσας τοὺς Ἀθηναίους ἔλεγε τοιάδε. ὁρῶν ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες στρατιῶται, πεφοβημένους τὸ πλῆθος τῶν ἐναντίων…
Thucydides, The Peloponnesian War