θερίστρια Save LSJ Bailly 2024 Pape θερίστρια, ἡ, fem. of θεριστήρ, Ar. Fr. 788. θερίστρια, ας (ἡ) fém. de θεριστήρ, Ar. fr. 618. θερίστρια, ἡ, fem. zu θεριστήρ, Ar. bei Poll. 7.150.