Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θεριακός
θεριακός, for summer
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θεραπίς
Θεράπνα
Θεράπναι
Θεραπναῖος
θεράπνη
Θεράπνη
θεραπνίδιον
θεράπνιον
θεραπνίς
θεραπόντιον
θεραποντίς
θεραπουσία
θεράπων
θέραψ
θερεία
θερείαυλος
θερείβοτος
θερειγενής
θερειλεχής
θερεινόμος
θέρειος
θερείποτος
θερείτατος
θερείω
θερέσιμον
θερέσιμος
θέρετρον
θερέω
θερήγανον
θέρηγνον
θεριακός
θερίδδεν
θερίδδω
θερίδιον
θερίζω
θερίκλειον
θερίνεος
θερινός
θέριος
θέρισις
θερισμός
θεριστήρ
θεριστήριον
θεριστήριος
θεριστής
θεριστικός
θεριστόν
θεριστός
θέριστος
θέριστρα
θερίστρια
θερίστριον
θέριστρον
Θερίτης
θέριτος
θερίτροπος
θέρμα
Θέρμα
Θερμά
θερμάζω
Θέρμαι
…
θεριακός
Save
θεριακός, for summer
LSJ
θεριακός, ή, όν,
for summer,
ἱμάτια
POxy.
1901.37 (vi A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}