θερείποτος
θερείποτος, watered in summer
θερείποτος, ον, (πίνω)
- watered in summer, γύαι Lyc. 847.
θερεί·ποτος, ος, ον, abreuvé pendant l’été, Lyc. 847.
Étym. θέρος, ποτός.
θερείποτος, im Sommer getränkt, gewässert, γύαι Lycophr. 847, von Aegypten.