Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θεριστόν
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θερείβοτος
θερειγενής
θερειλεχής
θερεινόμος
θέρειος
θερείποτος
θερείτατος
θερείω
θερέσιμον
θερέσιμος
θέρετρον
θερέω
θερήγανον
θέρηγνον
θεριακός
θερίδδεν
θερίδδω
θερίδιον
θερίζω
θερίκλειον
θερίνεος
θερινός
θέριος
θέρισις
θερισμός
θεριστήρ
θεριστήριον
θεριστήριος
θεριστής
θεριστικός
θεριστόν
θεριστός
θέριστος
θέριστρα
θερίστρια
θερίστριον
θέριστρον
Θερίτης
θέριτος
θερίτροπος
θέρμα
Θέρμα
Θερμά
θερμάζω
Θέρμαι
θερμαίνω
θερμαῖος
Θερμαῖος
Θερμαῖος κόλπος
θέρμανσις
θερμαντέον
θερμαντέος
θερμαντήρ
θερμαντήριον
θερμαντήριος
θερμαντικός
θερμαντός
θερμασία
θερμάσιος
θέρμασμα
θέρμασσα
…
θεριστόν
Save
Bailly 2024
θεριστόν,
οῦ
(
τὸ
)
sorte de baume,
Diosc.
1, 18
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}