Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θεσπεσιανή
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θεσμοθέσιον
θεσμοθετεῖον
θεσμοθετέω
θεσμοθέτης
θεσμοθέτησις
θεσμοθέτιον
θεσμοθέτις
θεσμολογέω
θεσμόν
θεσμοποιέω
Θεσμόπολις
θεσμοπόλος
θεσμός
θεσμοσύνη
θεσμοτόκος
θεσμοφορεῖον
θεσμοφόρια
Θεσμοφόρια
θεσμοφοριάζω
θεσμοφόριον
θεσμοφόριος
Θεσμοφοριών
θεσμοφόρος
θεσμοφυλακικός
θεσμοφύλαξ
θεσμῳδέω
θεσμῳδός
θέσπαλαι
Θέσπεια
θεσπεσία
θεσπεσιανή
θεσπεσίηθεν
θεσπέσιος
Θεσπέσιος
θεσπεσιότης
θεσπεσίως
Θέσπια
Θεσπιάδαι
Θεσπιάδης
Θεσπιαί
θεσπιαοιδός
Θεσπιάς
Θεσπιᾶσιν
θεσπιδαής
θεσπιέπεια
Θεσπιεύς
θεσπίζω
Θεσπικός
θεσπιόμαντις
θέσπιος
Θέσπιος
θεσπιόφημον
θέσπις
Θέσπις
θέσπισις
θέσπισμα
θεσπιστής
θεσπιῳδέω
θεσπιῴδημα
θεσπιῳδός
Θεσπρωτία
…
θεσπεσιανή
Save
LSJ
θεσπεσιανή, ἡ, name of an antidote,
Orib.
Fr.
82.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}