θεσμοσύνη
θεσμοσύνη, justice
θεσμοσύνη, Dor. -να, ἡ,
- justice, AP 7.593 (Agath.).
*θεσμοσύνη, dor. -α, ας (ἡ) légalité, justice, Anth. 7, 593.
Étym. θεσμός.
θεσμοσύνη, ἡ, Gerechtigkeit, Agath. 87 (VII.593).
θεσμοσύνη
from θεσμός
θεσμοσύνη, ἡ,
- justice, like δικαιοσύνη, Anth.