θεσμοπόλος
θεσμο-πόλος, ον, (πολέω)
- = θεμιστοπόλος, AP 5.292.3 (Paul.Sil.).
θεσμο·πόλος, ος, ον, qui s’occupe des lois, de la justice, Anth. 5, 293.
Étym. θ. πολέω.
θεσμοπόλος, = θεμιστοπόλος, Paul.Sil. (V.293).