θεσμοθετέω
θεσμοθετέω, to be a θεσμοθέτης
θεσμοθετ-έω,
- to be a θεσμοθέτης, Is. 7.34, D. 59.65.
θεσμοθετέω-ῶ, être thesmothète, Is. 67, 2 ; Dém. 1367, 6.
Étym. θεσμοθέτης.
θεσμοθετέω, ein Thesmothet sein, Isae. 7.34, Dem. 59.65 ; übh. Gesetze geben, Sp.
θεσμοθετέω,
- to be a θεσμοθέτης, Dem. from θεσμοθέτης