Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θηκοποιός
θηκοποιός, scabbard-maker
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θηγαλέος
θηγάνεος
θηγάνη
θηγανίτης
θήγανον
θηγάνω
θήγη
θηγός
θηγυλίς
θήγω
θηέομαι
θηεῦντο
θήῃ
θήῃς
θηητήρ
θηητής
θηητός
θηήτωρ
θήϊον
θήιον
θήκα
θηκαῖον
θηκαῖος
θῆκαν
θηκάριον
θῆκε
θηκεῖον
θήκη
θηκίον
θηκοποιέω
θηκοποιός
θηκοφόρος
θηκτός
θήλα
θηλάεις
θηλάζω
θηλαμινός
θηλαμών
θηλάρσην
θήλασμα
θηλασμός
θηλάστρια
θήλεα
θηλέα
θήλεας
θήλεια
θηλέω
θηλή
θηληνός
θηλοειδής
θηλοναί
θηλονή
θηλυγενής
θηλύγλωσσος
θηλυγονέω
θηλυγονία
θηλυγόνος
θηλυδρίας
θηλυδριώδης
θηλυδριῶτις
θηλυκεύομαι
…
θηκοποιός
Save
θηκοποιός, scabbard-maker
LSJ
θηκο-ποιός, ὁ,
scabbard-maker,
Lyd.
Mag.
1.46.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}