θορυβάζομαι
θορυβάζομαι, to be troubled
θορῠβ-άζομαι, Pass.,
- to be troubled, Ev.Luc. 10.41 (v.l. τυρβάζῃ): Act. in Gramm., Dosith.p.432 K., EM 633.34.
θορυβάζομαι,
- Pass. to be troubled, NTest. from θορῠβητικός