Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θορνύομαι
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θολομιγής
θόλος
θολός
θολόω
θολύνω
θολώδης
θόλωμα
θόλωσις
θολωτός
θονανία
θοός
θοόω
θοραῖος
θοράνας
Θοράτης
θόρε
θορεῖν
Θορεύς
θορή
Θορίκιος
Θορικόνδε
θορικός
Θορικός
θορινεῦσαι
θορίσκομαι
θόρισμα
θόρναξ
Θόρναξ
θόρνυμαι
θόρνυμι
θορνύομαι
θορόεις
θοροποιός
θορός
θόρραξ
Θόρσος
θορυβάζομαι
θορυβάζω
θορυβέω
θορύβηθρον
θορυβητικός
θορυβοποιέω
θορυβοποιός
θόρυβος
θορυβώδης
θορυβωδῶς
θορώδης
θορών
θοῦ
θουγάτηρ
θοὔδατος
Θούδιππος
Θουκλῆς
Θουκριτίδης
Θούκριτος
Θουκυδίδειος
Θουκυδίδης
Θούλη
Θούμαντις
θοὐμόφυλον
θουραῖος
…
θορνύομαι
Save
Bailly 2024
θορνύομαι
(
3 pl. sbj. prés.
θορνύωνται
)
c. le préc.
Hdt.
3, 109
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}