θυμηδής
θυμηδής, well-pleasing
θῡμ-ηδής, ές, (ἦδος)
- well-pleasing, dear, χρήματα Od. 16.389; νόστοιο τέλος A.R. 1.249; τὰ λῷστα καὶ τὰ -έστατα A. Supp. 962; παῖδας Epigr.Gr. 403.7 (Sebastopolis); θ. ἀναθυμιάσεις cj. for θυμώδεις in Herod.Med. ap. Orib. 10.40.1.
θυμ·ηδής, ής, ές [ῡ] qui réjouit le cœur, Od. 16, 389 ||
Cp. -έστερος, Spt. Sap. 3, 14 ; sup. -έστατος, Eschl. Suppl. 962.
Étym. θυμός, ἦδος.
θυμηδής, [ῡ], ές, herzerfreuend, angenehm ; χρήματα Od. 16.389 ; τὰ θυμηδέστατα καὶ λῷστα Aesch. Suppl. 940 ; oft Ap.Rh.
θυμηδής
-ές
[θυμός + ἡδύς.]
Pleasing to the heart, desirable, choice: χρήματα Od. 16.389.
θυμηδής , ές (ἧδος): delighting the heart, agreeable, Od. 16.389†.
θυμηδής
θῡμ-ηδής, ές
ἦδος
- well-pleasing, Od., Aesch.