θυμήρης
θῡμ-ήρης, v. θυμαρής.
θυμ·ήρης, ης, ες [ῡ] qui réjouit, agréable, c. θυμαρής, en parl. de pers. Hdn 8, 5, 23 ; en parl. de choses : θυμῆρες κεραννύναι, Od. 10, 362, faire un mélange agréable.
Étym. cf. θυμαρής ; sel. d’autres de θυμός, ἀρέσκω.
θυμήρης, [ῡ], ες, = θυμαρής, Od. 10.361 : auch Sp., wie Hdn. 8.5.23, φίλοι.