θύμβρον Save LSJ Bailly 2024 Pape θύμβρον, τό, = θύμβρα, Thphr. HP 7.1.2, Sch. Ar. Ach. 253. θύμβρον, ου (τὸ) c. θύμβρα, Th. H.P. 7, 1, 2. θύμβρον, τό, v.l. für θύμβρα.