θωκίζω
θωκίζω, establish, settle
θωκίζω,
- establish, settle, Hsch. θῶκος, Ion. for θᾶκος. θῶμα, θωμάζω, θωμάσιος, Ion. for θαυμ-, Hdt. θῶμαι, v. θῶσθαι.