θυωρίς
θυωρίς, a table for offerings
θῠωρ-ίς (sc. τράπεζα), ίδος, ἡ,
- a table for offerings, Poll. 4.123; cf. θυωρός.
θυωρίς, ίδος, ἡ, Opfertisch, τράπεζα πέμματα ἔχουσα Poll. 4.123, auch θεωρίς. Vgl. θυωρός.