Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Morpho
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θωός
θωός, bird
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Morpho
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θωάζω
θωή
Θώθ
θωίασις
θωίη
θωϊή
θωκέω
θωκίζω
Θωκνία
θῶκόνδε
θῶκος
θωμ
θῶμα
θωμάζω
θῶμαι
Θωμᾶς
θωμεύω
θῶμιγξ
θωμίζω
θώμιξ
θῶμιξ
θώμισσον
θὤμισυ
θωμός
Θῶν
Θών
Θώνιον
Θώνιος
Θῶνις
Θωνίς
θωός
θῶος
θωπεία
θώπευμα
θωπευμάτια
θωπευμάτιον
θωπευτής
θωπευτικός
θωπευτικῶς
θωπεύω
θωπικός
θὦπλα
θώπτω
θώρ
θωρακεῖον
θωρακίζω
θωρακικός
θωράκιον
θωρακίς
θωρακισμός
θωρακίτης
θωρακοειδής
θωρακοζώνη
θωρακομάχος
θωρακοποιός
θωρακοπώλης
θωρακοφορία
θωρακοφόρος
Θωράνιος
θώραξ
Θώραξ
…
θωός
Save
θωός, bird
LSJ
Pape
θωός, ὁ,
a kind of
bird,
Hsch.
θωός
,
ein Vogel
, Hesych.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}