θυμάρμενος
θυμάρμενος, suiting the heart, pleasing
θῡμάρμενος, ον,
- = foreg. [θυμαρής], τέρας B. 16.71, cf. Nic. Al. 577, Call. Dian. 167.
θυμάρμενος, η, ον [ῡ] c. le préc. Call. Dian. 167 ; Nic. Al. 590.
θυμάρμενος, [ῡ], = θυμήρης, εἶαρ Nic. Al. 590.