κάγκανος
κάγκανος, fit for burning, dry
κάγκᾰνος, ον, (καγκαίνω)
- dry, ξύλα κ. Il. 21.364, Od. 18.308, Theoc. 24.89; κάγκανα κᾶλα h.Merc. 112: κ. κῆλα Epich. in Arch.Pap. 7p.7; σταχύς Lyc. 1430: καγκαλέα· κατακεκαυμένα, Hsch.: καγκάνεος, Man. 4.324.
κάγκανος, ος, ον [ᾰν] sec, desséché, Il. 21, 364 ; Od. 18, 308 ; Hh. Merc. 112 ; Lyc. 1430.
Étym. pré-grec.
κάγκανος, (καίω ? s. κάγκω), trocken, dürr, VLL ξηρός ; ξύλα Il. 21.364, Od. 18.308 ; κᾶλα H.h. Merc. 112 ; στάχυς Lyc. 1430.
κάγκανος
Dry: ξύλα Il. 21.364: Od. 18.308.
κάγκανος
κάγκᾰνος, ον
καίω
- fit for burning, dry, Hom., Theocr.