καγκελλωτός
καγκελλωτός, trellised, latticed
καγκελλωτός
καγκελοθυρίς, ή, όν,
- trellised or latticed, καγκελωτὴ θύρα Sch. Ar. V. 124, Poll. 8.124; καγγελλωτή διαβάθρα PRyl. 233.3 (ii A.D. ) [edited from Supp.]