Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καγχαστικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κὰγ γόνυ
κἀγαθός
καγγαίνω
καγγελλωτή
καγκαίνω
καγκαλέος
κάγκαμον
καγκανέος
κάγκανον
κάγκανος
καγκελλάριος
κάγκελλος
καγκελλωτός
καγκελοειδῶς
κάγκελον
κάγκελος
καγκελωτός
καγκές
καγκλάζω
καγκύλη
κάγκω
καγχάζω
καγχαλάω
καγχαλίζομαι
κάγχαμος
κάγχανος
καγχαρίζω
καγχάς
καγχασμός
καγχαστής
καγχαστικός
καγχλάζω
κάγχρυ
καγχρύδιον
καγχρυφόρος
καγχρυώδης
κἀγώ
κάδ
κὰδ δέ
καδαλέομαι
Καδανάδης
καδδαιμονέστερος
καδδαλέομαι
καδδέβαλε
καδδίζομαι
καδδίζω
κάδδιον
κάδδιχος
κάδδος
καδδραθέτην
καδδῦσαι
καδεστάς
Κάδηνα
καδικεύω
κάδιον
καδίσκιον
καδίσκος
καδμεία
Καδμεία
Καδμεῖοι
Καδμεῖος
…
καγχαστικός
Save
Pape
καγχαστικός
,
zum lauten Lachen gehörig, geneigt
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}