καγχαλίζομαι Save LSJ Pape καγχαλίζομαι, καγχάομαι, = foreg., Hsch. κάγχαμος, ὁ, in Crotoniate dialect, = κισσός, Id. κάγχαρμον· τὸ τὴν λόγχην ἄνω ἔχειν (Maced.), Hsch. καγχαλίζομαι, laut lachen u. jubeln, χαίρω erkl. Hesych.