καδαλέομαι
καδαλέομαι, one who walks on stilts
καδᾱλέομαι, Dor. for καταδηλέομαι (q.v.). καδαλίων, ὁ,
- one who walks on stilts; and κάδαλοι, οἱ, stilts, Hsch. κάδαμος· τυφλός (Salam.), Id. καδαρόν· θολερόν, Id.