About
Menu

κάμμορος

κάμμορος, subject to destiny

κάμμορος, ον, Ep. for κατάμορος,
  • subject to destiny, i.e. ill-fated (not in Il.), περὶ πάντων κάμμορε φωτῶν Od. 11.216, cf. 2.351, 5.160, A.R. 4.1318. (Cf. κάσμορος, ἤμορος.)

Saved

Recent