κάμπιμος
κάμπιμος, bent, turning
κάμπῐμος, η, ον, (καμπή)
- bent, turning, δρόμος E. IT 81:—also κάμπιος, Ptol. Tetr. 150: κάμπειος, Hsch.
κάμπιμος, ος, ον [ῐ] qui se recourbe, Eur. I.T. 81.
Étym. κάμπτω.
κάμπιμος, gebogen, krumm, δρόμους πολλοὺς ἐξέπλησα καμπίμους Eur. I.T. 81.
κάμπιμος
from καμπή
κάμπιμος, η, ον
- bent, turning, Eur.