καμίνιον Save LSJ Bailly 2024 Pape κᾰμῑν-ιον, τό, Dim. of κάμινος, Gp. 2.3.9, Olymp.Alch. 76 B. καμίνιον, ου (τὸ) [ᾰμῑ] dim. de κάμινος, Geop. 2, 3, 9. καμίνιον, τό, dim. zu κάμινος, nach Schol. Ar. Pax 535 später Ausdruck für ἰπνός, u. so Geop.