κάμπτρα
κάμπτρα, case, chest
κάμπ-τρα, ἡ,
- case, chest (cf. κάμψα), IG 5(1).1390.11 (Andania, i B.C.), BGU 781.12 (i A.D.), Gloss.:—Dim. καμπ-τρίον, τό, Gp. 10.21.10, Gloss.; cf. καπτρίον.
κάμπτρα, ἡ, = κάμψα, Sp.