κάνιστρον
κάνιστρον, τό,
- v. κάναστρον:—also κάνιτρον, = κανίσκιον, Hsch., Phot.
κάνιστρον, ου (τὸ) [ᾰ] c. le préc. Poèt. (Ath. 360c).
κάνιστρον, τό, = κάναστρον, τυροῦ, im Liede bei Ath. VIII.360c.