Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κανισκώδης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κανθαρίτης
κανθαρίτης οἶνος
Κανθαρίων
κανθαροειδής
Κανθαρόλεθρον
κανθαροποιός
κάνθαρος
Κάνθαρος
κανθαρώδης
Κανθαρώλεθρον
κανθαρώλεθρος
Κανθαρώλεθρος
κἄνθεν
κανθήλη
κανθήλια
κανθηλικός
κανθήλιος
κανθίαι
κανθίς
κανθός
κάνθος
Κάνθος
κανθύλη
κανθώδης
κάνθων
κανίας
Κανίδιος
Κανίνιος
κἄνις
κανίσκιον
κανισκώδης
κάνιστρον
κάνιτρον
κάννα
Κάννα
κανναβάριος
καννάβευμα
κανναβίζω
καννάβινος
καννάβιον
καννάβιος
κάνναβις
κανναβίσκα
κανναβόκοκκος
κάνναβος
κάνναθρον
Κάνναι
καννεύσας
κάννης
καννητοποιός
Καννίκιος
καννόμον
καννοχερσαία
Κάννωκος
Κάννωνος
καννωτός
κανονίας
κανονίζω
κανονίης
κανονικάριος
κανονικός
…
κανισκώδης
Save
Pape
κανισκώδης
, ες,
korbartig
, πλέγμα
Schol. Ar. Vesp
. 672.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}