Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Κανίνιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κανθάριον
κανθάριος
κανθαρίς
κανθαρίτης
κανθαρίτης οἶνος
Κανθαρίων
κανθαροειδής
Κανθαρόλεθρον
κανθαροποιός
κάνθαρος
Κάνθαρος
κανθαρώδης
Κανθαρώλεθρον
κανθαρώλεθρος
Κανθαρώλεθρος
κἄνθεν
κανθήλη
κανθήλια
κανθηλικός
κανθήλιος
κανθίαι
κανθίς
κανθός
κάνθος
Κάνθος
κανθύλη
κανθώδης
κάνθων
κανίας
Κανίδιος
Κανίνιος
κἄνις
κανίσκιον
κανισκώδης
κάνιστρον
κάνιτρον
κάννα
Κάννα
κανναβάριος
καννάβευμα
κανναβίζω
καννάβινος
καννάβιον
καννάβιος
κάνναβις
κανναβίσκα
κανναβόκοκκος
κάνναβος
κάνναθρον
Κάνναι
καννεύσας
κάννης
καννητοποιός
Καννίκιος
καννόμον
καννοχερσαία
Κάννωκος
Κάννωνος
καννωτός
κανονίας
κανονίζω
…
Κανίνιος
Save
Bailly 2024
Κανίνιος,
ου
(
ὁ
) =
lat.
Caninius
,
n. d’h. rom.
Plut.
Cæs.
58
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}