κάπος
κάπος, breath
κάπος, ὁ,
- breath, Eust. 1280.34, Hsch.:—also κάπυς, Id.; κάφος, Eust. l.c. κάπουπλος· ῥάρυγξ, Hsch.
κάπος, τό, Hauch, Atem, VLL Vgl. κάπυς u. κάφος.