Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καπνοδοχεῖον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κάπνειος
καπνείω
καπνέλαιον
κάπνεος
κάπνεος ἄμπελος
κάπνεως ἄμπελος
κάπνη
καπνηλός
καπνηρός
καπνία
καπνιαῖος
καπνίας
καπνιάς
καπνιάω
καπνίζω
καπνικός
καπνίον
κάπνιος
κάπνισις
κάπνισμα
καπνιστέον
καπνιστήριον
καπνιστικός
καπνιστός
καπνίτης
καπνίτης λίθος
καπνοβάτης
καπνοβότης
καπνογόργιον
καπνοδόκη
καπνοδοχεῖον
καπνοδόχη
καπνοδόχος
καπνοειδής
καπνοειδῶς
καπνοκορτυάζομαι
καπνόμαντις
καπνόομαι
καπνοόν
καπνοπάτης
καπνοποιός
καπνός
καπνοσφράντης
Καπνοσφράντης
καπνοῦχος
καπνόω
καπνώδης
καπνωδία
καπνωδῶς
καπνωτήριον
κᾶπος
κάπος
κάππα
Καππαδόκαι
Καππαδόκης
Καππαδοκία
καππαδοκίζω
Καππάδοξ
καππάριον
κάππαρις
κάππαρος
…
καπνοδοχεῖον
Save
LSJ
καπνο-δοχεῖον, τό, = foreg.,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}