καπνώδης
καπνώδης, smoky
καπν-ώδης, ες,
- smoky, opp. ἀτμιδώδης, Arist. Mete. 360a10, al.; [φλόξ] Thphr. Ign. 76; κ. καὶ συννεφὴς ἀήρ Plb. 9.16.3. Adv. -δῶς Gal. 4.507.
- 2 of colour, dark, dusky, Thphr. CP 5.3.2, Luc. Philops. 16; φύλλον δριμὺ καὶ κ. D.Chr. 66.5.
καπνώδης, ης, ες :
1 fumeux, Th. C.P. 5, 3, 2 ; Pol. 9, 16, 3 ||
2 de couleur fumeuse, sombre, Th. Lap. 50 ; Luc. Philops. 16.
Étym. κ. -ωδης.
καπνώδης, ες, rauchartig, räucherig ; ὁ καπν. καὶ συννεφὴς ἀήρ Pol. 9.16.3 ; bes. von der Farbe, Luc. Philops. 16 ; δυσῶδές τι καὶ καπνωδέστερον ἐρυγγάνειν Saturn. 28 ; Theophr.