κατήρυδες
κατήρυδες, laden with fruit
κατήρυδες ἄμπελοι,
- laden with fruit, Hsch.
κατήρυδες, αἱ, Hesych., αἱ βρίθουσαι καὶ καταρέουσαι ἄμπελοι, vgl. Lobeck Paralipp. p. 254.
κατήρυδες, laden with fruit