κίσσησις Save LSJ Bailly 2024 κίσσ-ησις, εως, ἡ, = κίσσα II, Gal. 19.455. *κίσσησις, att. κίττησις, εως (ἡ) envie de femme enceinte, Gal. 2, 278e. Étym. κισσάω.