κισσίον
κισσίον, τό,
- Dim. of κισσός, = ἀσκληπιάς, Ps.-Dsc. 3.92.
κισσίον, ου (τὸ) c. Ἀσκληπιάς, Diosc. 2, 196.
Étym. κισσός.
κισσίον, τό, dim. zu κισσός, Diosc.; vgl. B.A. 794.10.