καθερπύζω
καθ·ερπύζω (seul. ao. καθείρπυσα, d’où impér. καθέρπυσον) se glisser, Ar. Ran. 485 ; d’où aller, en gén. Ar. Ran. 129.
καθερπύζω, (ἑρπύζω), = καθέρπω, nur aor., ἡ καρδία ἐς τὴν κάτω μου κοιλίαν καθείρπυσεν Ar. Ran. 485, καθέρπυσον εἰς τὸν Κεραμεικόν, gehe hinab, 129.