καθέννυμι
καθέννυμι, to clothe
καθέννῡμι,
- clothe, v. καταέννυμι. καθένς, v. κατατίθημι.
καθέννυμι, [ῡ], s. die poet. Form καταέννυμι.
καθέννυμι
- to clothe, v. καταέννυμι.