καλάθιον
κᾰλάθ-ιον [λᾰ], τό,
- Dim. of κάλαθος, Poll. 10.125, Sch. Call. Cer. 1; part of a surgical machine, in the shape of a κάλαθος, Orib. 49.4.41:— also κᾰλαθ-ίς, ίδος, ἡ, Hsch. s.v. πλαγγών.
καλάθιον, τό, dim. zu κάλαθος, Körbchen ; Schol. Callim. Cer. 1 ; Poll. 10.125.