καλαμάγρωστις
καλαμάγρωστις, Dactyloctenium aegyptiacum
κᾰλᾰμ-άγρωστις, εως, ἡ,
- Dactyloctenium aegyptiacum, Dsc. 4.30.
καλαμ·άγρωστις, ιδος (ἡ) [ᾰᾰ] propr. jonc sauvage, sorte d’herbe, Diosc. 4, 31.
Étym. κάλαμος, ἄγρωστις.
καλαμάγρωστις, εως, ἡ, Rohr-, Schilfgras, Diosc.