καλαμαυλητής Save LSJ Bailly 2024 Pape κᾰλᾰμ-αυλητής, οῦ, ὁ, = foreg., Hedyl. ap. Ath.ibid. καλαμ·αυλητής, οῦ (ὁ) [ᾰᾰ] c. le préc. Hédyl. (Ath. 176d). Étym. κ. αὐλητής. καλαμαυλητής, ὁ, Rohrflötenbläser, Hedyl. 12 (APP 34).